Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Ένας αποχαιρετισμός στον Τζίμη Πανούση, τον πιο punk άνθρωπο που έβγαλε ποτέ αυτή η χώρα

Όταν πεθαίνει ένας διάσημος καλλιτέχνης που μας έχει αγγίξει, στην πραγματικότητα δεν πενθούμε για τον ίδιο -άλλωστε δεν τον γνωρίζαμε. Πενθούμε για το κομμάτι του εαυτού μας που χάνεται μαζί με τον καλλιτέχνη. Για τον κόσμο στον οποίον εμείς και εκείνος/εκείνη συνυπήρχαμε. Και ο Τζιμάκος ήταν ακριβώς αυτό: μια συλλογή από θραύσματα επαναστατικότητας και αντίδρασης απέναντι σε σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί mainstream στην Ελλάδα, από την οποία ο καθένας διάλεγε ό,τι ήθελε και την οποία χρησιμοποιούσε ανά πάσα στιγμή.
Η αρχική εφηβική οργή απέναντι στο κατεστημένο ωριμάζει, γίνεται πικρή ειρωνεία απέναντι στο σύστημα, και τελικά γίνεται μια απέλπιδα αλλά ειλικρινής προσπάθεια για εξαγωγή νοήματος και, ίσως, για κάποια προοπτική.
Ο Τζίμης Πανούσης, που πέθανε σήμερα, ήταν όλη η ουσία του ελληνικού πανκ, κι ας μην έπαιξε ποτέ πανκ. Ήταν η ωμή δύναμη της εναντίωσης μέσω του σκληρού, καυστικού χιούμορ, ήταν η δημιουργική ασέβεια που παρέσυρε συνειδήσεις και διαμόρφωσε προσωπικότητες. Ήταν το πνεύμα του rock ‘n’ roll, ο διονυσιασμός, ο χλευασμός και η κουλτούρα του από τα κάτω. Τα τραγούδια του ήταν μουσική και ήταν και στίχος, ήταν performance και πολιτική δήλωση. Ήταν η ελευθερία της ελληνικής Μεταπολίτευσης, που δέχεται πια όλο και περισσότερες επιθέσεις.  Ήταν η αίσθηση πολλών διαφορετικών γενεών, από τους σημερινούς σαραντάρηδες μέχρι τους σημερινούς εφήβους, ότι εκτός από το lifestyle υπήρχε και κάτι άλλο, και ακόμα περισσότερο ότι εκτός από τη «σοβαρή» Αριστερά υπήρχε και μια άλλη, όπου επιτρεπόταν να τραγουδήσεις Καζαντζίδη ντυμένος ζόμπι.


Ο Τζίμης Πανούσης, που πέθανε σήμερα, ήταν και η αντίφαση που κρύβουμε όλοι μέσα μας, η αγριότητα που για κάποιους ξεπουλήθηκε και μεταφράστηκε σε πολλά λεφτά, οι χοντράδες, οι ομοφοβικές δηλώσεις και οι συνωμοσιολογίες που έλεγε στα τελευταία του. Αλλά δεν θα τον κρίνουμε με βάση τα τελευταία του, δεν θα μηδενίσουμε όσα εξέφρασε. Ας μην υποπέσουμε στο αλαζονικό «τα στερνά τιμούν τα πρώτα», γιατί ποιος είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του και για τους καιρούς που αλλάζουν, ώστε να μιλήσει για έναν άνθρωπο με μια μονοκονδυλιά;
Όταν πεθαίνει ένας διάσημος καλλιτέχνης που μας έχει αγγίξει, στην πραγματικότητα δεν πενθούμε για τον ίδιο -άλλωστε δεν τον γνωρίζαμε. Πενθούμε για το κομμάτι του εαυτού μας που χάνεται μαζί με τον καλλιτέχνη. Για τον κόσμο στον οποίον εμείς και εκείνος/εκείνη συνυπήρχαμε. Και ο Τζιμάκος ήταν ακριβώς αυτό: μια συλλογή από θραύσματα επαναστατικότητας και αντίδρασης απέναντι σε σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί mainstream στην Ελλάδα, από την οποία ο καθένας διάλεγε ό,τι ήθελε και την οποία χρησιμοποιούσε ανά πάσα στιγμή. Η αρχική εφηβική οργή απέναντι στο κατεστημένο ωριμάζει, γίνεται πικρή ειρωνεία απέναντι στο σύστημα, και τελικά γίνεται μια απέλπιδα αλλά ειλικρινής προσπάθεια για εξαγωγή νοήματος και, ίσως, για κάποια προοπτική.
Ο Τζίμης Πανούσης, που πέθανε σήμερα, ήταν ένας άνθρωπος που θα τον θυμόμαστε ως ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης που σηκώθηκε και τάραξε τα νερά στην ελληνική τέχνη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θα τον θυμόμαστε ως ένα παράδειγμα του τι μπορεί να είναι και τι μπορεί να κάνει πραγματικά η αντικουλτούρα.
Ας τον θυμόμαστε, λοιπόν, πέρα από τα χιτάκια του, και με τον πιο πανκ δίσκο της ελληνικής δισκογραφίας:


Ας τον θυμόμαστε και με την πιο πανκ ταινία της ελληνικής φιλμογραφίας:




left.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου